Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΕΛΕΙΠΕ


Και τότε είναι που άρχισαν όλα.

Εκείνη τη στιγμή που ο χρόνος σταμάτησε και η ζωή άρχισε....




..... Την Ώρα Που Ο Θεός Έλειπε......




τρέμει η φωνή μου, σαν φεύγεις απο 'δω

τρέμει η ψυχή μου, σαν τρέχεις μακριά

Μη με θυμάσαι!

Μη μ'αγαπάς!

Είμαι από αυτές τις ψυχές που δεν θέλουν τίποτα.

Παίζω με την σιωπή μου...

Παίζω με την μοναξιά & τρέχω να προλάβω

να γευτώ τις βουτιές...

Πέφτω μέσα στο νερό και γεύομαι την ομορφιά του

τη δροσιά του!

Περπατώ επάνω στο νερό και τρελλαίνομαι!

Τι μαγεία Θεέ Μου!!!!!!!!

Κοίταξε...

Κοίτα το δημιούργημά σου, πόσο ονειρικό είναι!

Με ανεβάζει τόσο ψηλά που πετάω!



Πανε όλα όμως πια!

Συρίκνωσα την ψυχή μου μέσα σε αυτό το σώμα!



Κινώ τους μύς του ώμου για να διαλύσω τα πρώτα ρίγη γιατι κρυώνω

επειδή είμαι μόνη!



Γίνεται έχθρα η μνήμη, μπάσταρδη...

Την ώρα που ο Θεός λείπει....

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ Η ΨΥΧΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΙΧΑΚΙ


Είναι όταν γίνεσαι ένα με τον Θεό για μια στιγμούλα

και τότε εκείνη τη στιγμούλα είσαι μόνο Εσύ, Εκείνος και αυτό που σου λείπει

και η απόδειξη ότι ήσασταν για λίγο παρεούλα, είναι στο χαρτάκι γραμμένο μπροστά σου, λίγο μετά τη στιγμούλα.

Άρα...ΚΟΙΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ



Η ψυχή μου έχει φύγει μαζί σου, ας βγω στους δρόμους μπας και την βρω σε κανα σκουπιδοντενεκέ.

Ότι έχω να θυμηθώ έτσι κι αλλιώς δεν ξεχνιέται.Εγώ πέθανα κι οι μνήμες μου οργιάζουν-βρικόλακες.Τις πετάω....

Γελάω στα γέλια! Άραγε εσύ γελάς?

Θέλω να γελάς!

Από τότε που με έφτυσες, ούτε η αυτοκτονία έχει αξία, έλα, και στο ορκίζομαι πως θα αυτοκτονίσω μπροστά σου...


Μπούρδες...

Οι τρεχαπεταμένοι δεν αυτοκτονούν, πεθαίνουν χωρίς να το αντιληφθούν ούτε οι ίδιοι...

ΜΕΓΑΛΩΣΑ & ΤΑ ΕΙΠΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ


Απ'το πολύ που κοιτάω τις νύχτες, τα μάτια μου πετρώσανε. Τρομάζω στους θυμούς, ανησυχώ με τις επίπεδες συλλαβές.
Κάτι συμβαίνει.
Δροσιά και βροχές, περπατάω αμέτρητες ώρες, να μην σε βλέπω μπροστά μου.

Κάθε άνθρωπος που ακουμπάω πάνω του τη ματιά μου περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο, ανεξαρτήτου φύλου, έχει κάτι από σένα, μπερδεύομαι, νομίζω πως ήρθες και δεν το κατάλαβα!

...Regreds I Had A Few, But Then Again Too Few To Mention, I Did What I Had To Do And Saw It Through Without Exemption...

Η στοργή σου, μου έμαθε πως ο έρωτας δεν χρειάζεται παραλήπτη, υπάρχει αιώνια, αρκεί να τον φέρεις στην επιφάνεια, και διοχετεύεται σε οτιδήποτε αγγίξεις, νιώσεις, σκεφτείς!

Νόμιζες ότι δεν πατάω ούτε μυρμήγκι χωρίς να κλάψω.

Με άφησες και σάπισα...

Πόνταρες στον ερωτευμένο μου εγωισμό!
Πάντα για άλλους μιλάμε, έτσι δεν πονάμε
έτσι ΞΕΧΝΑΜΕ...

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΤΩΝ 20:00


Ξαφνικά ο ήχος του τηλεφώνου μου έκοψε την ανάσα, την ακοή και την όραση. Φοβήθηκα να απαντήσω. Έμεινα θαρρώ ώρες ατελείωτες πάνω από ένα τηλέφωνο που χτυπούσε. Μα ήταν δευτερόλεπτα.

Η γρήγορη περπατησιά της "παραμάνας" με έβγαλε από τον λήθαργό μου.

- Δεν ακούς το τηλέφωνο, φώναξε νευριασμένη.

Κόλλησα πάλι, έμεινα παγωμένη και κοίταζα το άγριο εκείνο βλέμμα της να μιλάει στο τηλέφωνο.Καταλαβα αμέσως ποιος ήταν. Ο μπαμπάς ήταν.Δεν το ήξερε κανείς όμως ότι εγω κατάλαβα!

Τα έρια μου ακούμπησαν αργά το μέτωπό μου. Πρώτη φορά μίσησα τον εαυτό μου. Ήθελα να μου κάνω κακό. Δεν έκανα τίποτε. Απλά στάθηκα.

Επί πολύ ώρα παρακαλούσα να τρέξει ένα δάκρυ από τα φλογισμένα μάτια μου. Δυστηχώς δεν μπορούσα να κλάψω. Να βγάλω τη φωτιά από μέσα μου. Να κάψω ότι μου ανήκει. ΕΜΕΝΑ

Ξανα χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν παλι ο ίδιος. Ήθελε να παμε μια βόλτα είπε.

Να μου μιλήσει.

Να μου πει τι?

Ότι εφυγε?

Πήγα όμως.

Ήταν η μαμα και αυτο αρκούσε για να τρέξω να τον συναντήσω.

Πήγαμε διπλα στο σπίτι, στο δάσος με τα τεράστια δέντρα. Που ποτέ δενείχα δει.

Κόντευε να βραδιάσει και δεν είχαμε πει τίποτε ακόμα.Απλά τον κοίταζα που με απορία προσπαθούσε να ξεστομίσει κάτι που και ίδιος δεν πίστευε. Κάτι που θα με έκανε κομμάτια.

Μόλις γύρισα το κεφάλι κατάφερε και μου μίλησε.

- Η κοπέλα που βρήκαν τεμαχισμένη ήταν η μαμά, είπε

Τα μάτια μου γύρισαν αργά αργά σαν να το άκουγα για πρώτη φορά. Δεν με πείραξε, δεν με ένοιξε μπορω να πω. Απλά φεύγοντας, ζήτησα να μείνω για λίγο μόνη.

Δεν είχε άλλη λύση, τα πόδια μου είχανε καρφωθεί στο έδαφος που θα βρισκότανε εκείνη σε λίγες ώρες. Με όση δύναμη μου είχε απομείνει, φώναξα δυνατά ΓΙΑΤΙ.

Ύστερα από λίγο έφυγα. Έτρεχα πρώτη φορά τόσο γρήγορα. Νόμιζα ότι έφευγα μακριά από την πραγματικότητα.

Φτάνοντας σπίτι κατάλαβα πόσο δυνατά φώναξα. Το είπα από μέσα μου. Δεν ήθελα κανείς να μάθει το μυστικό μου.


......Σηκώθηκα νωρίς, δεν κοιμήθηκα. Πάλι 8:00 αλλά πρωί. Ντύθηκα, έβαλα ότι πιο ανοιχτόχρωμο ρούχο είχα και για πρώτη φορά έβαλα τα άσπρα μου παπούτσια.

ξανασκέφτηκα και άλλαξα. Φόρεσα μαύρα, αλλά έπρεπε να κάνω κάτι για να εκτονωθώ. Έτσι λοιπόν, φυλάκισα βαθιά μέσα μου την εικόνα μου με τα άσπρα ρούχα.

Χτύπησε το κουδούνι, ήρθε να μας πάρει για να πάμε εκεί.....

Εκεί που θάψαμε την καρδιά μας...

Μέσα στο αυτοκίνητο ένιωθα σαν σχολική εκδρομή. Πας κάπου που συχαίνεσαι, αλλά με καλή παρέα. Έτσι λοιπόν ευτυχισμένη πήγαινα την "εκδρομή" ΜΟΥ!

Εύκολα βγήκα από αυτό το τρυπάκι όμως.

Αντίκρυσα την Πύλη.

Εκεί που κάποτε γελούσα, σήμερα ήθελα να κλάψω. Συγκρατήθηκα. Δεν ήξερα βλεπεις για ποιον να κλάψω. Για μένα ή για την Μαμά.

Διάλεξα το δεύτερο γιατί με βόλευε.Δεν έσταξε ούτε μια σταγόνα από τα σκούρα μάτια μου. Πήγα γρήγορα να πάρω λουλούδια. Πήρα 29 γαρύφαλλα, όχι πως 29 λόγια φτανουν για να πω τον πόνο μου, αλλά 29 δάκρυα για μια αιώνια δροσιά.

Της ζήτησα να φορέσει ο λευκό της φόρεμα και την είδα, κάπνιζε σαν τρελλη.

- Μαμά, φώναξα...

Ήταν η πρώτη φορά και η τελευταία που την είπα έτσι.

Και έτσι κρατιότανε η αναπνοή.

Το βλέμμα παγωμένο.

Είχα την εντύπωση ότι τα λόγια της έρχονταν από τον παράδεισο.

Δεν ήταν ποτέ!

Δεν υπήρξε ποτέ για μένα.

Ήταν πάντα τόσο μακρινή...

Που την ξεχνούσα

Φωτιές ανάβανε τα μάτια μου και ανέβαινα πλέον τα σκαλοπάτια της μοναξιάς μου πολύ γρήγορα.

Λιγα τα σκαλοπάτια για την μοναξιά.

Η μοναξιά πολύ μεγάλη.

Και αυτη η φωτιά με έκαιγε παρα πολύ...

Κόντεψα να γίνω στάχτη

Στάχτη και μετά σκόνη στο χάσιμο του αέρα.

Κρατήσου όμως λίγο.

Είπα.

Λίγο ακόμα.

Πήγα πιο κει και αντίκρισα ολες αυτες τις ψυχές που με κοίταζαν λυπημένες. Και γύρω μου ΤΕΡΑΤΑ! Που δεν με σώζανε!

Μπήκα μέσα που ήταν ξαπλωμένη, χάιδεψα τα ψεύτικα μαλλιά της και κοίταξα τα αληθινά μα για πάντα κλειστά μάτια της.

Από εκέινη την στιγμή,λάτρεψα τυφλά την αλήθεια της.

Και τότε με άκουσαν όλοι στον ήχο μιας κραυγής.

Μη φεύγεις....Σ'αγαπάω... Λυπάμαι που δεν πρόλαβα να σου το πω....

Από τότε κράτησα για πάντα μέσα μου εκείνα τα δάκρυα της χθεσινής μου λύπης.

Λείπεις λοιπόν....

Και για σένα που αυτή τη στιγμη άκουσες τα λόγια της καρδιάς μου.

μη σκεφτείς να κλάψεις, άσε τις ψυχές να ηρεμήσουν. Στελε δυο φιλιά στον ουρανό και φύσα απαλά να πέσουν επάνω της...

Εκεί που θάψαμε την καρδιά μας!!!!

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΣΟΥ



Αυτός ο τρόπος σου που όλα τα αψηφά, που όλα τα υπερνικά και τα ξεγράφει. Κλείνεις τα μάτια, στον ρυθμό που σε σκοτώνει και σε ανασταίνει, λυγίζεις το λαιμό σου με ανακούφιση και φεύγεις, ταξιδεύεις και μένω να σε χαζεύω, να σου κλέβω κάθε σου έκφραση για να μείνει στην κληρονομιά της ψυχής μου!


Αυτός ο τρόπος σου που χωρίς να βγάλεις μιλιά, χωρίς έκφραση στο πρόσωπό σου, μου δείχνει πολλά! Δεν μιλάς με τις λέξεις, δεν εκδηλώνεσαι με τα χέρια. Μόνο κάτι πιο δυνατό, πιο αυθεντικό και πολύτιμο από τις λέξεις. Τα μάτια σου τα σκούρα, μα τόσο λαμπερά σου μάτια που τα φανερώνουν όλα. Ακόμα και τις σκέψεις που τόσο χαίρεσαι που δεν μπορούν να ακουστούν. Αυτός ο τρόπος σου, που χωρίς δισταγμούς δείνει πράγματα.Δείνει συναισθήματα, διαθέσεις, ελπίδες, κουράγιο. Δεν ελέγχεται το δάκρυ μου όταν σε αντικρίζω, σου λεω...


Είναι ο τρόπος σου που τα κουμαντάρει όλα. Αυτός ο τρόπος σου, που έχει πάρει σαν καπετάνιος το τιμόνι της ψυχής μου. Μόνο αυτός ο τρόπος σου μπορεί να με φτάσει κάτω απο τη γη την ανούσια και μόνο αυτός με ταξιδεύει πέραν του κόσμου τούτου...
Είσαι ο δικός μου Άγγελος....!

ΕΤΣΙ ΕΜΑΘΑ ΝΑ ΖΩ!!!


Κι αν ζητώ από την ζωή να
να μου χαρίσει κάτι παραπάνω
να μου γελάει που & που
να με προσέχει λίγο
είναι γιατι έτσι ζω εγώ!

Είναι γιατί μονάχη έμαθα
τα όνειρα να βλέπω
μονάχη έμαθα
το μονοπάτι να τραβώ
και κάθε σκαλοπάτι μόνη να το ανεβώ!
Γιατί έκανε κρύο τότε
κι εγώ ήμουν γυμνή
κι έτσι νόμιζα πως ζω
έτσι νόμιζα πως ανασαίνω!

Κάθε μου όνειρο, κάθε μου ελπίδα
γερά την κρατούσα, σφιχτά στην παλάμη
μην τυχόν και φύγει κρυφά κάποιο βράδυ!

Κι όταν σφιχτά όλα αυτά τα κρατάς
όλα γλιστρούν...
Όλα μονομιάς!!!

ΧΑΜΕΝΟ ΒΡΑΔΥ

Χαμένο βράδυ το λές εκείνο που το περνάς με ανθρώπους που δεν δε κάνουν να γελάς με την καρδιά σου και που δεν σε απασχολεί αν θα τους κάνεις να γελάσουν με την καρδιά τους?
Χαμένο βράδυ το λες εκείνο που πίνεις σαγκρία με κομματάκια μήλου και δεν την απολαμβάνεις, ενώ είναι δεδομένο πως σου αρέσει.
Χαμένο βράδυ εκείνο που ο ρυθμός της μουσικής σε κάνει να κουνάς τα πόδια σου,
αλλά δεν λέει να μπεί μέσα σου για τα καλά να σε δονήσει ολόκληρο, παρά σου σφυροκοπάει το μυαλό
Χαμένο βράδυ εκείνο που αυτοί που θες το περνούν αλλού.
Χαμένο βράδυ το λες εκείνο που οι φωνητικές χορδές σου και η γλώσσα σου τραγουδούν αυτό που ακούγεται, αλλά η ψυχή σου τραγουδάει άλλα.
Χαμένο βράδυ το λές κι εκείνο που καπνίζεις τα κέρατά σου σαν να ήταν τα τσιγάρα λεπτοδείκτες, που γίνονται καπνός.
Ευτυχώς που υπάρχεις κι εσύ, που μου λές πάντα να φεύγω από τα Χαμένα Βράδια.
Ναι
Πάλι σε σένα αναφέρομαι μαμά...
Θα 'ρθείς στον ύπνο μου να μου δείξεις τι κέρδισα απόψε....
Περιμένω...